ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

Τα τελευταία χρόνια, η επίθεση των από τα πάνω στην κοινωνία ολοένα και εντείνεται. Η κατάργηση κεκτημένων αγώνα -όπως ο δημόσιος χαρακτήρας της υγείας και της εκπαίδευσης-, η ιδιωτικοποίηση των φυσικών πόρων -της ενέργειας και του νερού-, η ανεργία, η χαμηλά αμειβόμενη ή μαύρη εργασία, η επισφάλεια και ευρύτερα η επίταση της εκμετάλλευσης έχουν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω φτωχοποίηση, εξαθλίωση και ανέχεια όλο και μεγαλύτερων κοινωνικών κομματιών που αποκλείονται από την πρόσβασή τους στα στοιχειώδη κοινωνικά αγαθά. Προκειμένου οι κυρίαρχοι να επιτύχουν τα αντικοινωνικά τους σχέδια, συνοδεύουν αυτή τη σφοδρότατη επίθεση στους από τα κάτω, με την επίταση του ελέγχου και της επιτήρησης των καταπιεσμένων και την όξυνση της κρατικής και παρακρατικής καταστολής ενάντια στις αυτοοργανωμένες δομές αγώνα και στις κοινωνικές και ταξικές αντιστάσεις -για να αναχαιτίσουν όσους αγωνίζονται ενάντια στους σχεδιασμούς τους, να αποπροσανατολίσουν την έκφραση της κοινωνικής οργής και να προωθήσουν τον κοινωνικό κανιβαλισμό- ώστε να επιβάλλουν συνθήκες φόβου και υποταγής στο σύνολο της κοινωνίας.

Ένα κομμάτι αυτής της επίθεσης αποτελεί και η επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Από το 2015 και με τη ψήφιση του τρίτου μνημονίου, στο πακέτο των μέτρων που προβλέπονταν συμπεριλαμβανόταν και αυτό της αύξησης της τιμής των εισιτηρίων. Ένα μέτρο που μετατρέπει και τα Μ.Μ.Μ σε είδος πολυτέλειας, αφού η διαρκής αύξηση του κόστους διαβίωσης συνοδεύεται από τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, την κατάργηση, επί της ουσίας, του επιδόματος ανεργίας, την ελαχιστοποίηση των παροχών όσον αφορά την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Παράλληλα φυσικά, διευρύνονται και τα μέσα ελέγχου και επιτήρησης των επιβατών. Η τοποθέτηση μπαρών στους σταθμούς τρένων, μετρό και στα λεωφορεία, οι κάμερες ακόμα και μέσα στα βαγόνια, η λειτουργία του ηλεκτρονικού εισιτηρίου, συνθέτουν μεθοδικά τους τοίχους μιας κοινωνίας- φυλακής. Μία κατασκευή που θα αποφέρει, συν τοις άλλοις και σημαντικά οφέλη σε όσους επιχειρηματίες την αναλάβουν. Υπέρογκα ποσά διατίθενται από το κράτος στις ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να “περιφραχτούν” τα Μ.Μ.Μ.,  ενώ η κοστολόγηση της μετακίνησης ανάλογα με τη χρήση, που επιδιώκουν να εφαρμόσουν, θα δημιουργήσει ένα πλήρως εμπορικό προϊόν προορισμένο να ενισχύσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Παράλληλα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ενός δυστοπικού μέλλοντος, όχι και πολύ μακρινού, όπου θα είναι εφικτός ο πλήρης έλεγχος των μετακινήσεών μας, με την πλήρη καταγραφή για το ποιος, πότε και για πού μετακινήθηκε. Μια συνθήκη που θα επιτρέπει τον άμεσο, ανά πάσα στιγμή και με οποιοδήποτε κριτήριο, αποκλεισμό ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Είτε μιλάμε για κοινωνικές ομάδες ανυπάκουες και κατά την εξουσία «επικίνδυνες», είτε για άτομα περιθωριοποιημένα ή ανθρώπους που χρωστάνε στην εφορία, στη Δ.Ε.Η., στις τράπεζες. Ενώ, το ηλεκτρονικό εισιτήριο, η δημιουργία ενός κλειστού συστήματος συγκοινωνιών, η υποχρεωτική έκδοση προσωπικής κάρτας μετακίνησης, φαντάζουν και ως η λύση για τους κυρίαρχους σε σχέση με τη εκδήλωση αλληλεγγύης που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των επιβατών με την ανταλλαγή εισιτηρίων.

Για να μπορέσουν κράτος και κεφάλαιο να προχωρήσουν τους σχεδιασμούς τους πρέπει να διασπάσουν τους από τα κάτω. Έτσι επιχειρούν να καλλιεργήσουν ανάμεσα στους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, ώστε με αυτό τον τρόπο να επιτύχουν τον αποπροσανατολισμό της κοινωνικής δυσαρέσκειας, που αντί να εκφραστεί ενάντια σε αυτούς που πραγματικά είναι υπαίτιοι για την εντεινόμενη φτώχεια και εξαθλίωσή μας, να μετατραπεί σε ένα κυνήγι όσων δεν πληρώνουν εισιτήριο, σε μία διαμάχη δηλαδή μεταξύ των καταπιεσμένων. Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα όχι μόνο αποποιείται τις ευθύνες του αλλά βρίσκει και υπερασπιστές ανάμεσα στα θύματα των σχεδιασμών που εφαρμόζει. Με μία διαρκή προπαγάνδα για τα δεινά που φέρει ο “λαθρεπιβάτης”, κάνοντας επίκληση των πιο εγωιστικών ενστίκτων όπως π.χ. «αφού πλήρωσα εγώ, πρέπει όλοι να πληρώνουν» και με διαφημιστικά σποτ προσπαθούν να δικαιολογήσουν το άηθες κυνηγητό όσων δεν πληρώνουν εισιτήριο, την ενίσχυση των σωμάτων ελέγχου και την αντίστοιχη προώθηση του τραμπουκισμού και της τρομοκρατίας εκ μέρους μιας σημαντικής μερίδα της συγκεκριμένης υπηρεσίας.  Ενώ η  εργαλειακή χρήση των εργαζομένων ως εν δυνάμει υπερασπιστών των συμφερόντων των εταιρειών, που αποτελεί συνήθη τακτική για την επιτυχή εφαρμογή των σχεδιασμών τους, επιχειρείται και σε αυτή την περίπτωση με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τη συλλογική σύμβαση της ΟΣΥ, στην οποία  συμπεριλήφθηκε ο όρος για 50% bonus σε περίπτωση επιβολής προστίμου, τη συμφωνία για την καταβολή χρεωστούμενων στους εργαζόμενους στον ΟΑΣΘ από τις εισπράξεις από τα εισιτήρια αλλά και τη συλλογική σύμβαση στη ΣΤΑΣΥ όπου συνδέεται η αύξηση των  επιδομάτων των εργαζομένων με την επιτυχή λειτουργία του ηλεκτρονικού εισιτηρίου και την αύξηση των εισπράξεων.

Τα Μ.Μ.Μ. έχουν αποτελέσει πεδίο αγώνα εδώ και αρκετά χρόνια. Ιδιαίτερα από το 2011 και σε κοινό βηματισμό κάποιες φορές με τους εργαζόμενους στις συγκοινωνίες, οι παρεμβάσεις έβαλαν ως κεντρικό πρόταγμα αυτό της ελεύθερης μετακίνησης. Συνελεύσεις γειτονιών, σωματεία και συλλογικότητες μέσα από αυτοοργανωμένους, διαρκείς, μαχητικούς και αδιαμεσολάβητους αγώνες ανέδειξαν το ζήτημα. Οι συγκεντρώσεις, τα σαμποτάζ στα ακυρωτικά και οι παρεμβάσεις σε σταθμούς και λεωφορεία ενίσχυσαν την αλληλεγγύη και στάθηκαν απέναντι τόσο στη στοχοποίηση όσων δεν ακυρώνουν εισιτήριο αλλά και ενάντια  στον επιχειρούμενο αποκλεισμό από την μετακίνηση και στην εμπορευματοποίηση ενός ακόμα κοινωνικού αγαθού.

Όμως πλάι στους αγώνες ξετυλίγεται η κρατική καταστολή και η στοχοποίηση αγωνιστών και εργαζόμενων και η επιχειρούμενη κατασυκοφάντηση τους μέσω των Μέσων Μαζική Ενημέρωσης. Το πιο πρόσφατο περιστατικό αποτελεί η κινηματογραφικού τύπου καταστολή από αστυνομικές δυνάμεις, της παρέμβασης που θέλησαν να πραγματοποιήσουν συνελεύσεις γειτονιών μαζί με εργαζόμενους στα Μ.Μ.Μ. στο αμαξοστάσιο της ΟΣΥ στον Πειραιά στις 7 Απριλίου, όπου  είχαν προγραμματίσει να μοιράσουν κείμενα στους εργαζόμενους στις 4 το πρωί, την ώρα που έπιαναν δουλειά. Δυνάμεις καταστολής (ΜΑΤ, ΟΠΚΕ, ΔΙΑΣ), που βρίσκονταν κρυμμένες στα γύρω στενά, περικύκλωσαν τους 22 αγωνιστές/στριες, τους προσήγαγαν και τους οδήγησαν στην ΓΑΔΑ, όπου αφού κατέγραψαν τα στοιχεία τους και κατάσχεσαν το έντυπο υλικό, τους άφησαν ελεύθερους, χωρίς φυσικά να έχουν να τους προσάψουν καμία κατηγορία. Αργότερα τα Μ.Μ.Ε. επιδόθηκαν για άλλη μία φορά σε ένα πόλεμο λάσπης για το τι είχε συμβεί στο αμαξοστάσιο, αποκρύπτοντας την αλήθεια και συκοφαντώντας την παρέμβαση, αφήνοντας να εννοηθεί πως υπήρχαν αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε εργαζόμενους και αγωνιστές! Η ύπαρξη βέβαια εργαζομένων μέσα στους προσαχθέντες τους ανάγκασε αργότερα να αλλάξουν τη ρητορική τους και έχοντας πάρει τα στοιχεία των προσαχθέντων από τη Γ.Α.Δ.Α., φωτογράφισαν και στοχοποίησαν γνωστό αγωνιστή και εργαζόμενους με χρόνια συνδικαλιστική δράση. Η κυβέρνηση Σύριζα- Ανέλ, έκανε το αμίμητο, κατέστειλε ένα μοίρασμα! Οι στόχοι της ήταν να απαγορεύσει τη διακίνηση ιδεών μεταξύ εργαζόμενων και αγωνιζόμενων, προκειμένου να αποτρέψει τη διαμόρφωση οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ τους, να τρομοκρατήσει τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους στα Μ.Μ.Μ. όσο και τις συνελεύσεις γειτονιάς, καθώς και να δώσει ένα σαφές μήνυμα στους υπόλοιπους εργαζομένους για το τι μπορεί να τους συμβεί αν τολμήσουν να δραστηριοποιηθούν. Ενώ η μετέπειτα στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων στοχεύει στην απομόνωση και περιθωριοποίησή τους από τους συναδέλφους τους και στη διάχυση του φόβου μέσα στον εργασιακό χώρο των Μ.Μ.Μ., αλλά και ευρύτερα.

Το τελευταίο αυτό περιστατικό αποτελεί μέρος της ευρύτερης κατασταλτικής επιχείρησης που ξεδιπλώνεται από το κράτος, τους πολιτικούς του διαχειριστές και τα παρακρατικά τους τσιράκια και βάζει στο στόχαστρο τον κόσμο του αγώνα. Απαγορεύσεις μοιρασμάτων, εκκενώσεις καταλήψεων, εγκληματοποίηση σωματείων βάσης, στοχοποίηση ολόκληρων γειτονιών που μάχονται ενάντια στις μαφίες, παρακρατικές επιθέσεις σε χώρους αγώνα και αποκλεισμοί δομών από τραμπούκους του κεφαλαίου.

Από την πλευρά μας ο αγώνας για ελεύθερη μετακίνηση αποτελεί ένα από τα σημεία συνάντησης των αγωνιζόμενων τμημάτων της κοινωνίας και συνδέεται με την υπεράσπιση των εργασιακών κατακτήσεων, την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας και της εκπαίδευσης, την αντίσταση ενάντια στην φτώχεια και την εξαθλίωση, τον φόβο και την υποταγή που επιχειρούν κράτος και κεφαλαίο. Ο πραγματικός εχθρός δεν βρίσκεται ανάμεσά μας και έτσι και στον αγώνα που δίνεται για ελεύθερες μετακινήσεις κομβικής σημασίας είναι η σύνδεση τόσο μεταξύ των επιβατών, όσο και μεταξύ των εργαζομένων και επιβατών. Είμαστε από την ίδια πλευρά, έχουμε τις ίδιες ανάγκες και τους ίδιους εχθρούς.

Για να αντισταθούμε στο ασφυκτικό μέλλον που μας ετοιμάζουν, για να μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας, δεν μπορούμε παρά να προχωρήσουμε στο δρόμο του αγώνα. Ενός αγώνα συλλογικού και οργανωμένου από τα κάτω. Να υπερασπιστούμε κάθε πεδίο της καθημερινότητά μας, να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας, να πάρουμε ξανά τις ζωές μας στα χέρια. Να χτίσουμε κοινότητες αγώνα σε κάθε γειτονιά, στα σχολεία, στις σχολές στους δρόμους. Να ανατρέψουμε αυτό τον κόσμο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης και να οικοδομήσουμε ένα κόσμο ισότητας, ελευθερίας, αλληλεγγύης.

 

Η ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΓΑΘΟ – ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

 

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

 ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΙΣΟΤΗΤΑΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ